παντοκράτωρ

παντοκράτωρ
I
Πύλη και προμαχώνας στα νοτιοδυτικά τείχη του Ηρακλείου (Χανιόπορτα), που σώζεται μέχρι τις μέρες μας. Στην εσωτερική πρόσοψή της, πάνω ψηλά, είναι χαραγμένη η προτομή του Παντοκράτορα και γύρω η λατινική λέξη OMNIPOTENS (= Παντοκράτωρ). Στην εξωτερική, ψηλά επίσης, υπάρχει ένα λιοντάρι και μια προτομή με την επιγραφή στα ελληνικά ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ.
II
Με το όνομα αυτό είναι γνωστή στη βυζαντινή εικονογραφική τέχνη η εικόνα του Ιησού, που είναι ζωγραφισμένη συνήθως στον κεντρικό τρούλο των βυζαντινών ναών. Απεικονίζει τον Χριστό ως κύριο και εξουσιαστή των πάντων, με αυστηρή και επιβλητική μορφή, περιβαλλόμενο από φωτοστέφανο. Η βάση του τρούλου, όπου εικονίζεται ο Π., έχει συνήθως κυκλική επιγραφή. Η απεικόνιση αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του Θεανθρώπου, η οποία διακρίνεται για την ηρεμία του προσώπου του Ιησού.
O Παντοκράτωρ στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους, ένα από τα χαρακτηριστικότερα βυζαντινά έργα που απεικονίζουν τον Ιησού ως κύριο και εξουσιαστή.
* * *
-ορος, ο, ΝΜΑ
βλ. παντοκράτορας.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • παντοκράτωρ — almighty masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορ — παντοκράτωρ almighty masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορα — παντοκράτωρ almighty masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορας — παντοκράτωρ almighty masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορες — παντοκράτωρ almighty masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορι — παντοκράτωρ almighty masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντοκράτορος — παντοκράτωρ almighty masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВЕНЧАНИЕ БРАКА — [греч. στεφάνωμα (τοῦ γάμου)], основная часть чина церковного благословения брака в правосл. Церкви и у нехалкидонитов. В античной и эллинистической Греции был широко распространен обычай украшать дом, где проходило брачное торжество, цветами, а… …   Православная энциклопедия

  • ИНТРОНИЗАЦИЯ — [греч. ἐνθρονι[α]σμός], возведение новоизбранного Предстоятеля Поместной Церкви (а в древности и епископа) на кафедру. Смысл И. В традиц. церковной терминологии служение епископа прочно связано с его кафедрой (καθέδρα сиденье, стул и проч.) это… …   Православная энциклопедия

  • Спас Вседержитель — Иконы Спасителя Спас Вседержитель …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”